Του Διονύση Διατσίγκου

Όλοι ΕΜΕΙΣ που ζούμε από πρώτο χέρι ή έμμεσα, στον πολυδιάστατο χώρο του αθλητισμού, πρέπει ταυτόχρονα με την αγωνιστική απόδοση του προπονητή- αν όχι και σε υψηλότερη ποιοτική βαθμίδα- να έχουμε πλήρη συνείδηση του πολυποίκιλου ρόλου του, αλλά κυρίως της κοινωνικής του ευθύνης. Θέμα παλιό, εξαντλημένο στις αναλύσεις και στις εκτιμήσεις αλλά πάντα επίκαιρο, όπως επίκαιρη και απαιτητική είναι η ζωή.

Και ο προπονητής, όπως ο δάσκαλος, ο εκπαιδευτικός είναι ενα δοκιμαζόμενο αδιάκοπα με λογής-λογής προκλήσεις και επιπτώσεις στον περίγυρο της δραστηριότητάς του, κοινωνικό όν.

Αφετηρία των σκέψεων για το σημερινό άρθρο, η υπόμνηση της ουσίας του αληθινού ρόλου του προπονητή και η επίγνωση του προπονητικού έργου με καθαρή συναίσθηση της αποστολής του. Αφορμή οι νέοι συνάδελφοι που πρόσφατα αποφοίτησαν απο την σχολή προπονητών, και με χαρά υποδεχόμαστε στο Σύνδεσμο Προπονητών της Ένωσής μας.

Ο προπονητής λοιπόν, του ποδοσφαίρου, αλλά και γενικότερα όλων των αθλημάτων είναι ενα κατ’ εξοχήν κοινωνικό και δημόσιο πρόσωπο. Η συμπεριφορά του τόσο στους αγωνιστικούς χώρους όσο και στις κοινωνικές συναναστροφές, αντανακλούν όχι μόνο στο έργο του αλλά και στο σύνολο που τον ακολουθεί , τον παρακολουθεί και κατά συνέπεια επηρεάζει.

Ο προπονητής, εκτος απο την διδασκαλία του τεχνικού μέρους του ποδοσφαίρου (αθλήματος) είναι και παιδαγωγός που επηρεάζει και διαμορφώνει το χαρακτήρα και την συμπεριφορά των αθλητών κυρίως και ιδίως δε των νέων. Πρέπει να κάνει συνεχώς ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ, να δέχεται κριτική για να μπορεί να βελτιώνει διαρκώς το επίπεδό του.

Παράλληλα ο ρόλος του στην ομαλή διεξαγωγή κάθε αγώνα είναι αποφασιστικός. Θα ήταν εκτός πραγματικότητας να υποστηριζόταν οτι η ένταση του αγώνα και οι εν γένει συνθήκες, δεν επηρεάζουν την συμπεριφορά του προπονητή, ούτε είναι δυνατό να υποστηριχθεί οτι δεν πρέπει να ζει το παιγνίδι, να καθοδηγεί και να εμψυχώνει τους παίκτες του.

Ταυτόχρονα ωστόσο, δεν είναι σωστό κι ούτε επιτρέπεται λόγω ακριβώς των αγωνιστικών ή καλύτερα των ανταγωνιστικών συνθηκών που τις πιο πολλές φορές δημιουργούνται σ’ ενα ποδοσφαιρικό παιγνίδι, ο προπονητής να ξεφεύγει απο τα όρια και απο τα αθλητικά πλαίσια. Τελικός σκοπός πρέπει να είναι η δημιουργία ενός τύπου προπονητή- τζέντλεμαν- με ολοκληρωμένη προσωπικότητα, τεχνικά και εκπαιδευτικά θέματα.

Οπως και να το κάνουμε, όπως και να το πούμε, αυτή η πεμπτουσία του σωστού προπονητή, δηλαδή η παιδαγωγικότητα και η πίστη στο ρόλο του όχι μόνο με το κριτήριο των επιτυχιών μέσα στο γήπεδο στους αγωνιστικούς χώρους, αλλά σαν προσφορά κοινωνικού έργου είναι σύμφυτη με την προσωπικότητα και την ψυχολογική δομή του προπονητή. Γι’ αυτό υπάρχουν καλοί ή και άριστοι τεχνικοί, που σαν παιδαγωγοί και διαμορφωτές προσωπικότητας πολύ λίγα καταφέρνουν. Θα λέγαμε οτι αν η τακτική, η τεχνική, η προγραμματισμένη δουλειά που οδηγεί στην νίκη, μαθαίνονται κι αξιοποιούνται με διαδικασίες εγκεφαλικές και κρίσεις νου, η αγάπη προς το νεο αθλητή και την αθλήτρια πηγάζουν απο την καρδιά και την ψυχή.

Κάτω απο το πρίσμα αυτό, ο άρτιος προπονητής παράλληλα με τις γνώσεις και την επιδεξιότητα στο να διδάσκει την άλφα ή την βήτα τεχνική, την ικανότητα να καθοδηγεί την ομάδα, έτσι ώστε να την οδηγεί στην τελική επιτυχία, πρέπει να διαθέτει και το ταλέντο της ανθρώπινης ζεστασιάς και κατανόησης κι αυτό πρέπει να αφορά προπάντων και κυρίως τους προπονητές των παιδικών κατηγοριών. Άλλωστε με μια προσεκτική παρατήρηση στους αγώνες παιδικών πρωταθλημάτων και τουρνουά, εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς τις επιπτώσεις (θετικές ή αρνητικές…) που διαπιστώνονται στα παιδιά εξ αιτίας ακριβώς της μιας ή της άλλης προπονητικής συμπεριφοράς. Δηλαδή στη μια πλευρά προπονητές- κόουτς με στοργή για τα παιδιά , κατανόηση στο λάθος, πίστη στην πρώτιστη ΑΞΙΑ της ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ και της ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ (ατομικής και ομαδικής).

Στην άλλη άτομα που, ανεξάρτητα απο τις τεχνικές γνώσεις τους, μεταβάλλουν τα μικρά παιδιά σε νευρωτικά, γκρινιάρικα και κακομαθημένα παικτάκια… Και αλήθεια, τι οφελεί μια νίκη όταν πυροδοτήθηκε απο τον φανατισμό και το μίσος κατά του αντιπάλου; Οταν στη θέση του παιγνιδιού και της άμιλλας μπαίνει η σκοπιμότητα να «νικήσουμε» την άλλη ομάδα με κάθε τρόπο ακόμη και με το ψυχολογικό πρεσάρισμα παιδιών 10,12 ή 13 χρόνων.

Το μεγάλο ζητούμενο επομένως, είναι ένα: Οι προπονητές των ομάδων στις μικρές ηλικίες (τουλάχιστον έως 12-13 χρονών…) πέρα ή καλύτερα ΠΡΙΝ απο την πληρότητα των τεχνικών τους γνώσεων να έχουν συνειδητοποιήσει οτι το μικρό παιδί έρχεται στο γήπεδο πρωτίστως για να ΠΑΙΞΕΙ κι όχι για να προπονηθεί. Μέσα στην καρδιά τους να βρίσκεται η μαγιά του ΔΑΣΚΑΛΟΥ και του παιδαγωγού και το μεράκι για την χαρά και την πρόοδο του κάθε παιδιού κι όχι ν’ απασχολεί την σκέψη του η με κάθε «θυσία» νίκη της ομάδας που θα τον εξασφαλίσει την προσωπική του προβολή και την ως εκ τούτου προπονητική του ανέλιξη. Δεν μπορεί και δεν πρέπει ο προπονητής να χρησιμοποιεί την ενασχόλησή του με το παιδικό ποδόσφαιρο (6-12 χρονών) ως εφαλτήριο για την προπονητική του εκτίναξη-καταξίωση προς τις μεγάλες κατηγορίες κι ομάδες.

Είναι πολύ χαρακτηριστική η απάντηση που έδωσε ο σπουδαίος Τσάβι όταν ρωτήθηκε: Γιατί η φημισμένη ακαδημία της Μπαρτσελόνα- η διαβόητη La Masia- δημιουργεί τόσους πολλούς και τόσο καλούς ποδοσφαιριστές. Είπε λοιπόν ο πολύ σημαντικός ποδοσφαιριστής αλλά και άνθρωπος, που είχε αναδειχθεί κι αυτός απο την La Masia : “Σε κάποιες ποδοσφαιρικές ακαδημίες ανησυχούν για τη νίκη. Στη La Masia ανησυχούμε και νοιαζόμαστε για την εκπαίδευση”,

Να διευκρινήσουμε ωστόσο οτι μ’ όλα αυτά σε καμμία περίπτωση δεν ακυρώνουμε το κομμάτι της ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης εκπαιδευτικής διαδικασίας σ’ ενα νεαρό ποδοσφαιριστή. Αυτό όμως εξαρτάται απο το ηλικιακό επίπεδο και σίγουρα ο στόχος αυτός αρχίζει και αφορά παιδιά άνω των 14 χρονών και γίνεται κυρίαρχος οσο πλησιάζουν την πρώτη (ανδρική) ομάδα. Προφανώς, σ’ αυτές τις ηλικιακές κατηγορίες (Κ15, Κ17,Κ19-20) οι νεαροί ποδοσφαιριστές θα πρέπει να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους στοχεύοντας κατά προτεραιότητα στην ΝΙΚΗ- χωρίς βέβαια να γίνεται αυτοσκοπός…- για να αποκτήσουν σιγά-σιγά την νοοτροπία του νικητή. Να μάθουν να διεκδικούν με πάθος, θέληση και δύναμη τη νίκη έτσι ώστε μέσα απο αυτή την εμπειρία να αποκτούν την αυτοπεποίθηση και την ικανότητα να φτάνουν στην επιτυχία.

Ο στόχος δηλ., είναι οι νεαροί ποδοσφαιριστές στην κρίσιμη φάση της ωρίμανσης να είναι έτοιμοι

-οχι μόνο αγωνιστικά (φυσική κατάσταση, τεχνική, τακτική) αλλά και

-πνευματικά (ποδοσφαιρική σκέψη, “διάβασμα” παιγνιδιού και συμπεριφοράμέσα κι έξω απο το γήπεδο) και ακόμα

-ψυχικά (νοοτροπία νικητή, διαχείριση πίεσης απο συνθήκες παιγνιδιού απο κόσμο, απο μμε, αμοιβές, κίνητρα).

Αλλά σε κάθε περίπτωση πριν αυτή την διαδικασία (της μύησης δηλ., του παιδιού στον ανταγωνισμό) θα πρέπει ο νεαρός ποδοσφαιριστής να έχει “εξοπλιστεί” με γνώσεις και δυνατότητες που θα του επιτρέψουν ν’ ανταποκριθεί με επιτυχία στις δυσκολίες του ανταγωνισμού, του πρωταθλητισμού και γενικά ν’ αντιμετωπίσει με επάρκεια και διάρκεια τις πολυποίκιλες απαιτήσεις του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Για παράδειμα, ως την ηλικία των 14 χρονών, το παιδί θα πρέπει:

-να έχει “γεμίσει” το τεχνικό του οπλοστάσιο με οσο το δυνατόν μεγαλύτερη κι αρτιότερη γκάμα απο τεχνικές και δεξιοτεχνίες. Η άψογη ατομική τεχνική κατάρτιση αποτελεί πρωταρχική προϋπόθεση και «εκ των ον ούκ άνευ» για μια επιτυχημένη καριέρα στο σύγχρονο ποδόσφαιρο.

-να έχει μυηθεί (γνώση και ικανότητα) σε βασικά θέματα τακτικής πρωτίστως στις ΑΡΧΕΣ παιγνιδιού (πάσινγκ γκέιμ, πρέσινγκ, τρανζίσιον κ.α.) και μετά στους ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥΣ και το σύστημα

-να έχει κατανοήσει την σημασία και την αξία της σωστής αθλητικής συμπεριφοράς (μέσα κι έξω απο το γήπεδο) και γενικά να εφαρμόζει συνειδητά ενα αθλητικό και υγιεινό) τρόπο ζωής, όπως λ.χ. το έντιμο παιγνίδι και το σεβασμό στην αντίπαλο (φερ-πλέι). Σωστή διατροφή και επαρκής ύπνος, διαχείριση της νίκης (οχι αλαζονία) και της ήττας (οχι παραίτηση…) αλλά και αντιμετώπιση των μμε (δημόσια παρουσία και εικόνα) κ.α.

Με την ολοκλήρωση αυτού του εκπαιδευτικού κύκλου (που συμπίπτει με τις ηλικίες απο 8-9 χρόνων έως 13-14) εν συνεχεία αρχίζει προοδευτικά να γίνεται κυρίαρχος στόχος η ίδια η φιλοσοφία της νίκης. Η συνειδητή προσπάθεια κατατείνει στην δημιουργία ποδοσφαιριστών με νοοτροπία νικητή χωρίς ωστόσο η νίκη να γίνεται αυτοσκοπός και προς τούτο ν’ ακυρώνονται οι μεγάλες ΑΞΙΕΣ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ. Η κρίσιμη επιδίωξη είναι με και απο το ποδόσφαιρο να χτίσουμε καλύτερους ποδοσφαιριστές, καλύτερους αθλητές, καλύτερους ανθρώπους, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργήσουμε χαρακτήρες που θέλουν και ξέρουν ν’ αγωνίζονται που έχουν μάθει να «πολεμάνε» να έχουν πίστη, να μην τα παρατάνε ποτέ, κυρίως δε νάχουν αυτοπεποίθηση χωρίς να είναι αλαζόνες.

Μ’ άλλα λόγια, η προσπάθεια πρέπει να συνδιάζει το ταξίδι με τον προορισμό, βάζοντας ολα τα συστατικά στη σωστή δόση. Να υπάρχει δηλαδή η ιδιαίτερη αλλά και τόσο αναγκαία ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ανάμεσα στην ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ (απόδοση) και το ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ (σκορ, επιτυχία, επίδοση). Αλλωστε είναι σαφές στον προσεκτικό παρατηρητή ότι στην ευθεία του χρόνου (διάρκεια) δεν μπορεί να συμβεί το ενα δίχως το άλλο.

Κατά συνέπεια η φιλοσοφία, οι αρχές του παιγνιδιού, η γνώση κι η υποδομή (φυσική και τεχνική) η υπομονή και επιμονή, η συνεχής και σκληρή δουλειά (μέσα κι έξω απο το γήπεδο) αλλά και η αδιάκοπη μάχη και η ισχυρή θέληση για την νίκη, ολα στοιχεία απαραίτητα για την δημιουργία ενός σύγχρονου ολοκληρωμένου ποδοσφαιριστή. Το μήνυμα, ο μεγάλος στόχος και η τελική επιδίωξη πρέπει να είναι οτι η ΝΙΚΗ, η ΕΠΙΤΥΧΙΑ δεν είναι αυτοσκοπός αλλά η φυσική κατάληξη του ταλέντου , της θέλησης και κυρίως της σκληρής δουλειάς. Και για να τελειώνουμε με το κομμάτι του ανταγωνισμού: Στο ποδόσφαιρο όπως άλλωστε και στην ζωή χωρίς αυτοπεποίθηση, χωρίς την νοοτροπία νικητή δεν υπάρχει προσπάθεια, χωρίς προσπάθεια δεν υπάρχει απόδοση και χωρίς απόδοση δεν υπάρχουν αποτελέσματα. Κατά συνέπεια η δουλειά στην επιδίωξη της νίκης, στην αυτοπεποίθηση, δεν πρέπει να παραμελείται ωστόσο πρέπει να γίνεται στον σωστό χρόνο και με τον σωστό τρόπο.

Τέλος, ανάμεσα στις τόσες και μεγάλες ευθύνες του ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ είναι και η καταλυτική επίδρασή του, στην δημιουργία του ΟΜΑΔΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. Ενός πνεύματος συντροφικότητας αλληλεγγύης, αλληλοκατανόησης κι αλληλοσεβασμού που προκύπτει ωστόσο απο την επίγνωση της θέσης, του ρόλου, των αρμοδιοτήτων και των ορίων του καθενός που εμπλέκεται στην λειτουργία της ομάδας. Και ως προς αυτό η παρουσία, η επιρροή και η ευθύνη του προπονητή είναι «εκ των ον ουκ άνευ». Σήμερα όλοι σχεδόν οι ειδήμονες του ποδοσφαίρου, συμφωνούν οτι το μυστικό για την επιτυχία μιας ομάδας πριν απ’ όλα είναι η ΟΜΑΔΙΚΟΤΗΤΤΑ και η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ. «Αν καταφέρεις να κάνεις μια ομάδα ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ έχεις πετύχει. Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο αλλά αυτός πρέπει νάναι ο στόχος ο μεγάλος στόχος», έχει πει διδάσκοντας σε προπονητικό σεμινάριο ο μοναδικός Ζέλικο Ομράντοβιτς, ενω συχνά πυκνά οι περισσότεροι προπονητές συνηθίζουν με φράσεις «κλισέ» του τύπου «σωστή χημεία», «καλά αποδυτήρια» να αποδίδουν την επιτυχία της ομάδας ακριβώς στην ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ και την ΟΜΑΔΙΚΟΤΗΤΑ.

Ο φημισμένος παλαίμαχος Γερμανός ποδοσφαιριστής Λόταρ Ματέους μας λέει: δεν πρέπει να προσπαθούμε να φτιάξουμε μια ομάδα με τους καλύτερους παίκτες αλλά με παίκτες που φτιάχνουν την καλύτερη ομάδα».

Ακόμα ο σπουδαίος Αλεξ Φέργκιουσον αναφέρει στην αυτοβιογραφία του: ένας ποδοσφαιριστής ξεχωρίζει όταν είναι καλός συμπαίκτης κι όχι απλά καλός παίκτης».

Με άλλα λόγια, για τη δημιουργία μιας καλής ομάδας είναι προαπαιτούμενο οι καλοί παίκτες αλλά δεν είναι αυτονόητο οτι η παρουσία σπουδαίων παικτών σημαίνει και σπουδαία ομάδα. Μεσολαβούν ευτυχώς ή δυστυχώς δυο εντελώς απαραίτητες προϋποθέσεις: δηλ., η σκληρή και σωστή δουλειά και η ουσιαστική παρουσία του ΟΜΑΔΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.

Επομένως ξανατονίζουμε οτι ο ρόλος και η ευθύνη του προπονητή στην ομαδική λειτουργία είναι καταλυτικός. Ακριβώς δε, η σχέση που θα οικοδομήσει με τους ποδοσφαιριστές του, ο σεβασμός που θα τους εμπνεύσει αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την επίτευξη του στόχου που δεν μπορεί να είναι άλλος απο την επιτυχημένη παρουσία της ομάδας. Ομως η σχέση μεταξύ προπονητή και παικτών, αποτελεί ενα πολύ κρίσιμο, περίπλοκο και γεμάτο αντιφάσεις ζήτημα και γι αυτό πολύ δύσκολο, τόσο στην ανάλυση του όσο κυρίως στην σωστή υλοποίησή του. Η διαφορετικότητα των συνθηκών (άνθρωποι, υποδομές, στόχοι, μπάτζετ κ.α.) απο ομάδα σε ομάδα, η διαφορετικότητα των χαρακτήρων και των προσωπικοτήτων μεταξύ των παικτών μεσα στην ίδια ομάδα, αλλά και η διαφορετική φιλοσοφία, κοσμοθεωρία και προσέγγιση των πραγμάτων απο προπονητή σε προπονητή, αποδεικνύει πόσο λεπτές, ευαίσθητες και δύσκολες μπορεί ν’ αποδειχθούν στην πράξη αυτές οι σχέσεις.

Επιγραμματικά και πολύ παραστατικά μπορούμε να πούμε οτι η σχέση του προπονητή με τον παίκτη μοιάζει με οτι συμβαίνει με το «τζάκι»…: αν πας πολύ κοντά καίγεσαι.Αν μείνεις πολύ μακριά παγώνες…

Ο πολύπειρος Ο.Ρεχάγκελ έλεγε χαρακτηριστικά οτι ο προπονητής πρέπει να είναι ενας «δημοκρατικός δικτάτορας». Και για να το ξεκαθαρίσουμε: Δουλειά του προπονητή δεν είναι να κρατά ίσες αποστάσεις και ισορροπίες. Είναι να εντοπίζει , να γεφυρώνει και να κατευθύνει σε μια ενιαία κατεύθυνση ως προς το συμφέρον της ομάδας, τις όποιες διαφορές (χαρακτήρων, αντιλήψεων και συμπεριφορών). Να αντιμετωπίζει τα προβλήματα που λίγο ως πολύ είναι αναμενόμενο οτι θα προκύψουν, με τρόπο ψύχραιμο μα προπάντων με τρόπο δίκαιο, έχοντας πάντα υπόψη οτι ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΑΙΚΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΙΣΟΙ αλλά δεν είναι ΟΛΟΙ ΙΔΙΟΙ. Και ακόμα το πιο σημαντικό: Απο την πρώτη κιόλας μέρα της συνεργασίας , ο προπονητής θα πρέπει με κάθε τίμημα με κάθε τρόπο και με ιδιαίτερη επιμονή να ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στους παίκτες να κατανοήσουν οτι ΠΡΙΝ και ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ κι ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Η ΟΜΑΔΑ. Μόνον έτσι θα επιδεικνύουν συγκεκριμένη συμπεριφορά μέσα κι έξω απο τους αγωνιστικούς χώρους ιδίως μέσα στα αποδυτήρια κι ό,τι κάνουν να είναι για το καλό της ομάδας κι όχι για τον εαυτό τους.

Ο απόλυτα επιτυχημένος σε τέτοιου είδους θέματα Ζ.Ομπράντοβιτς λέει σχετικά οτι «τα αποδυτήρια είναι όπως τα μήλα… Αν ενα είναι χαλασμένο χαλάει ολόκληρη η παρτίδα. Φτάνει ενα άτομο με αρνητική ενέργεια για να χαλάσει το κλίμα στην ομάδα».

Συμπερασματικά λοιπόν είναι προφανές ότι ο ρόλος και η ευθύνη του ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ στο ποδόσφαιρο είναι πολύπλευρος κι όχι μονοδιάστατος και δεν πρέπει να περιορίζεται και να εξαντλείται στα του ποδοσφαίρου και μόνο αλλά αφορά και σε θέματα κοινωνικού ενδιαφέροντος, αγωγής κι εκπαίδευσης ακόμα δε στην διαμόρφωση συμπεριφορών χαρακτήρων και προτύπων.

Στον επίλογο ας μου επιτραπεί μια παραίνεση στα παιδιά που ξεκινούν την προπονητική καριέρα: Για εναν προπονητή πρωταρχικό από τη μια μερά να μην γαντζωθεί απελπισμένα και εμμονικά απο ιδέες που την άλλη μέρα μοιραία θάναι ξεπερασμένες κι από την άλλη μεριά να καταλάβει κάθε αναγκαία προσπάθεια να κατανοήσει την έννοια της εξέλιξης χωρίς να θέλει υπερβολικά ούτε να την φρενάρει, ούτε να την επισπεύσει.

 

- Advertisement -
loading...