Του Διονύση Διατσίγκου

Την χρονιά που πέρασε, ορισμένες από τις κορυφαίες ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες Ευρωπαϊκών χωρών προχώρησαν- έστω και πειραματικά- στην εισαγωγή της ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ στο άθλημα δηλ., στην τοποθέτηση ηλεκτρονικών συστημάτων σε επίμαχα σημεία εντός και κυρίως εγγύς του αγωνιστικού χώρου με σκοπό την αντιμετώπιηση των καθοριστικών για την εξέλιξη του παιχνιδιού αμφισβητούμενων φάσεων.

Ωστόσο, η απόφαση για την εφαρμογή της συγκεκριμένης καινοτομίας, εκτός από την κατ’ αρχήν πλατιά αποδοχή της στον ποδοσφαιρικό κόσμο, συγκεντρώνει αρκετές ενστάσεις- επιφυλάξεις, ξεσηκώνοντας έτσι πολλές συζητήσεις για το αν πρέπει να “μπει” ή όχι η τεχνολογία στο άθλημα. Εξ’ αυτού του λόγου με το ζήτημα έχει τα τελευταία χρόνια ασχοληθεί επανειλλημμένα, το “νομοθετικό όργανο” της FIFA δηλ., το Διεθνές Συμβούλιο Ποδοσφαίρου (IFAB) και παρά το ότι τον πρώτο καιρό που άνοιξε στα σοβαρά η συζήτηση για το εν λόγω θέμα, η Παγκόσμια Ομ.Ποδοσφαίρου έκλεινε την πόρτα στην τεχνολογία, εν τούτοις κι υπο την πίεση των Ευρωπαϊκών Ομοσπονδιών πείσθηκε ή μάλλον ενέδωσε κι έδωσε το “πράσινο φώς”… Άλλωστε στην σημερινή εποχή όπου τεράστια συμφέροντα επενδύονται αλλά και διακυβεύονται στο ποδόσφαιρο για το ποδόσφαιρο αλλά και γύρω του και με αφορμή αυτό κι ως εκ τούτου φαίνεται πως τελικά το άθλημα δεν μπορεί να αντέξει, δεν μπορεί να συνυπάρξει με το “διαιτητικό λάθος” παραβλέποντας ωστόσο ότι το ποδόσφαιρο χαρακτηρίζεται- και είναι το παιγνίδι των ΛΑΘΩΝ- γεγονός που του προσδίδει μια ιδιαίτερη γοητεία και του προσθέτει- μεταξύ των άλλων την υψηλή του δημοφιλία. Γι’ αυτό το απρόβλεπτο , η έκπληξη, το ενδεχόμενο ο Δαυϊδ να νικήσει τον Γολιάθ έχει τις περισσότερες πιθανότητες να συμβεί στο ποδόσφαιρο σε σχέση μ’ όλα τα άλλα αθλήματα.
Προφανώς δεν θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει με λογικά και πειστικά επιχειρήματα , με την άποψη ότι η είσοδος της τεχνολογίας εξασφαλίζει μεγαλύτερη αξιοπιστία και ποδοσφαιρική δικαιοσύνη αφού ελαχιστοποιεί τα “χοντρά” διαιτητικά λάθη που μπορεί να καθορίσουν την έκβαση ενός παιχνιδιού. Κατά συνέπεια, θεωρώ “ως εκ του περισσού” την οποιαδήποτε επιπλέον αναφορά που ενισχύει την άποψη για την θετική παρουσία της τεχνολογίας στο ποδόσφαιρο.

Από την άλλη όμως πλευρά, εκτιμώ ότι αξίζει τον κόπο να επισημάνουμε κάποιες από τις ενστάσεις, τις επιφυλάξεις, τις διαφωνίες που τίθενται εν όψει της εφαρμογής μιας καινοτομίας της οποίας η χρησιμότητα κατ’ αρχήν φαίνεται να είναι εντελώς προφανής.

Η κεντρική ιδέα της αντίθετης άποψης έχει να κάνει με το ότι το ποδόσφαιρο στηρίζεται στο ανθρώπινο στοιχείο . Αν το αφαιρέσουμε θα πάψει νάναι το ίδιο. Έτσι λοιπόν όπως οι παίκτες και οι προπονητές έχουν δικαίωμα στο λάθος για τα οποία αξιολογούνται και κρίνονται, αλλά σχεδόν ποτέ δεν τους καταλογίζονται προθέσεις, το ίδιο μπορεί και πρέπει να ισχύει και για τους διαιτητές αν δεχτούμε βέβαια ότι το λάθος είναι καθοριστικό συστατικό του ποδοσφαίρου, κάτι σαν αναγκαίο κακό.

Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το λάθος προσδίδει στο άθλημα μια άγρια ομορφιά, προσφέρει ανεπανάληπτες ανατροπές κι έντονες συγκινήσεις και το διατηρεί μεταξύ των άλλων στην επικαιρότητα. Ο περιορισμός δηλαδή του ανθρώπινου στοιχείου κι επομένως των λαθών που απορρέουν από αυτό θα δημιουργήσουν ένα προβλέψιμο και αναμενόμενο προϊόν που θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην υποβάθμιση του ενδιαφέροντος και στην περαιτέρω διεύρυνση του χάσματος μεταξύ ισχυρών κι αδυνάτων δηλ., μεταξύ πλουσίων και φτωχών συλλόγων. Ίσως να ακούγεται περίεργα αλλά πραγματικά φαίνεται ότι η αμφισβήτηση και τα λάθη (ειδικά των διαιτητών…) ρίχνουν νερό στον μύλο της δημοτικότητας του ποδοσφαίρου.

Ένα αμφισβητούμενο πέναλτι, ένα γκολ που θα σημειωθεί από εμφανή θέση οφσάιντ και θα μετρήσει ή ενα γκολ που δεν θα μετρήσει παρ’ ότι η μπάλα έχει εξώφθαλμα περάσει την γραμμή τέρματος, εξιτάρει τους φιλάθλους και προκαλεί συζητήσεις, σχόλια και αμφιγνωμίες πολύ περισσότερες απο ότι ενα εντυπωσιακό γκολ ή ενα σπουδαίο παιχνίδι. Είναι χαρακτηριστικό οτι ακόμα και σήμερα γίνονται πολλές αναφορές απο πολλούς για το “χέρι του Θεού” (Μαραντόνα, Αργεντινή-Αγγλία, Παγκ.Κύπελλο 1976) ή για το γκολ του Τζεφ Χαρστ (Αγγλία- Γερμανία, Παγκ.Κύπελλο 1966), σε αντίθεση με ιστορικά παιγνίδια που έχουν αξιολογηθεί ως κορυφαία όπως λ.χ. Βραζιλία-Ιταλία (τελικός Παγκ.Κυπέλλου 1970) ή το Λίβερπουλ-Μίλαν (τελικός Τσάμπιονς Λιγκ 1993) για τα οποία μιλούν σήμερα πια μόνο όσοι ασχολούνται με την ιστορία του αθλήματος και οι ειδικοί του ποδοσφαίρου.

Ο σπουδαίος Αλεξ Φέργκιουσον στην αυτοβιογραφία του, αναφέρει σχετικά: Κάθε φορά που ξεκινούσε ενα παιγνίδι ΕΥΧΟΜΟΥΝ ΤΟ ΛΑΘΟΣ που θα έκανε ο διαιτητής του αγώνα, να ήταν υπερ της ομάδας μας”. Βεβαίως, εκεί είναι Αγγλία , ενω εδω είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε…, όπως λέει κι ο ποιητής.

Έπειτα από ένα ποδοσφαιρικό αγώνα συνήθως λίγοι και λίγο ασχολούνται με το σωστό. Οι περισσότεροι δεν ασχολούνται παρά μόνο με το λάθος. Είτε είναι αυτό του τερματοφύλακα είτε του επιθετικού, είτε του προπονητή, είτε ιδιαίτερα του διαιτητή ή των βοηθών του. Η τεχνολογία πολύ πιθανόν να εξαερώσει ένα σημαντικό κομμάτι από αυτή τη βιομηχανία συναισθημάτων που προκαλούν οι αστάθμητοι παράγοντες του παιγνιδιού.

Και κάτι ακόμη: Μια τέτοια καινοτομία, ένα τέτοιο μέτρο πολυδάπανης τεχνολογίας και ειδικών απαιτήσεων όσο αφορά τις προαπαιτούμενες υποδομές αλλά και τις εξειδικευμένες γνώσεις στη διαχείρισή τους, είναι φανερό πως είναι πολύ μα πάρα πολύ δύσκολο για να εφαρμοσθεί σ’ όλα τα επίπεδα του αθλήματος. Εδώ για να χρησιμοποιηθεί με την έναρξη του νεου πρωταθλήματος της Σούπερ Λίγκα το video Assistant Referee, το περιβόητο VAR, χρειάσθηκε να αναλάβει τα έξοδα πλήρως η Πολιτεία και μάλιστα ποντάροντας και αυτή σε κάποια προγράμματα χρηματοδότησης της Ευρ.Ένωσης. Κατά συνέπεια μόνο ως ανέκδοτο μπορεί ν’ ακουστεί το ενδεχόμενο εφαρμογής του μέτρου σε παρακάτω κατηγορίες πολλώ δε μάλλον στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο. Κάτι τέτοιο ωστόσο θα μεγαλώσει το χάσμα και στην ευθεία του χρόνου το πιθανότερο είναι να οδηγηθούμε σ’ ενα ποδόσφαιρο με δυο πρόσωπα.

Εξ άλλου θα είναι λάθος να πιστέψει κανείς ότι η είσοδος της τεχνολογίας στο ποδόσφαιρο θα λύσει όλα τα προβλήματα της διαιτησίας. Πολύ πρόσφατα ακούστηκαν έντονες γκρίνιες από και για την χρήση του βίντεο στα παιγνίδια Κάλιαρι- Γιουβέντους (Ιταλία) και Μπενφίκα- Σπόρτινγκ (Πορτογαλία) γιατί προκύπτουν δυο προβλήματα: Το πρώτο ότι δεν υπάρχει ενας ενιαίος τρόπος εφαρμογής του και το δεύτερο ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες για τον τρόπο χρησιμοποίησής του, πράγμα που σημαίνει οτι αποφασίσουν γι αυτά οι ομοσπονδίες κατά το δοκούν.

Αξίζει μάλιστα να επισημανθεί μια αντίφαση, ενώ δηλ., το σύστημα χρησιμοποιείται σε αρκετά και μεγάλα πρωταθλήματα, η ΟΥΕΦΑ δεν το χρησιμοποιιεί για τις δικές της διοργανώσεις ήτοι το Τσαμπιονς Λιγκ και το Γιουρόπα Λιγκ.

Οι ειδικοί στο θέμα όπως ο Κύρος Βασάρας ισχυρίζονται ότι αν δεν υπάρξει ενα σταθερό πλαίσιο κανόνων για το πώς αυτό το σύστημα ελέγχου πρέπει να χρησιμοποιείται κι ακόμη αν δεν υπάρξει η κατάλληλη εκπαίδευση των διαιτητών που επιβλέπουν μέσω του βίντεο οσα συμβαίνουν στο γήπεδο είναι δεδομένο ότι ολο και πιο συχνά, όλο και πιο έντονα θα ακούγονται παράπονα κι αμφισβητήσεις για τον τρόπο που χρησιμοποιείται εντέλει η τεχνολογία στο άθλημα.

Το μότο της FIFA για το συγκεκριμένο θέμα, που είναι «μίνιμουμ παρέμβαση, μάξιμουμ κέρδος», δείχνει την κατεύθυνση αλλά είναι βέβαιο οτι δεν αρκεί. Και το ξανατονίζουμε γιατί το θεωρούμε πολύ σημαντικό: Θα είναι πολύ ουσιαστικό λάθος ότι με την είσοδο της τεχνολογίας στο ποδόσφαιρο ως δια μαγείας θα αντιμετωπιστούν τα θέματα αξιοπιστίας και αμφισβητήσεων που προκαλούνται απο και για το ποδόσφαιρο. Χαρακτηριστικό είναι και το πολύ πρόσφατο περιστατικό που μοιάζει να έρχεται απο το μέλλον…. Ήταν ή δεν ήταν παράβαση ο τρόπος που έπεσε ο νεαρός Φασίδης πάνω στον Φορτούνη, ο οποίος έπεσε στο έδαφος; (Ολυμπιακός-Ξάνθη). Αν πίσω απο το VAR και πίσω από την οθόνη στέκονταν ορισμένοι σχολιαστές (και δη καθηγητές διαιτησίας) θα ειδοποιούσαν τον διαιτητή ότι ήταν πέναλτι και άλλοι τόσοι θα του έλεγαν πως δεν υπάρχει παράβαση. Οπότε εύκολα κανείς μπορεί να υποθέσει για το τι θα ακολουθούσε…

Τελικά, το βασικό, το κρίσιμο και ζητούμενο σχετικά με αυτό το θέμα είναι ότι η μαγεία του διαιτητικού λάθους είναι εν πολλοίς αναμενόμενη και κατά κάποιο τρόπο δικαιολογημένη και αποδεκτή ΑΛΛΑ υπό μια καθοριστική και αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση: δηλαδή αυτά τα λάθη να μην είναι ΣΚΟΠΙΜΑ και απο ΠΡΟΘΕΣΗ. Γι αυτό λοιοπόν ας μην υιοθετήσουμε αβασάνιστα κι εξ ορισμού την αφιλοσόφητη αντίληψη ότι κάθε λάθος και όλα τα λάθη των διατητών είναι αποτέλεσμα ΕΠΗΡΡΕΑΣΜΟΥ ή ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ή ΑΝΤΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ή στην χειρότερη εκδοχή αποτέλεσμα ΧΡΗΜΑΤΙΣΜΟΥ. Η διαιτητική λειτουργία είναι πολυσύνθετη και περιέχει πολλά επιμέρους ζητήματα κρίσιμα για την αξιολόγηση ενός διαιτητή απο το κοινό. Ξεκινώντας από το πιο θεμελιώδες: ο διαιτητής ΚΡΙΝΕΤΑΙ. Και κρίνεται συνεχώς με πολύ δημόσιο τρόπο και σχεδόν εξ’ υποθέσεως με προκατάληψη. Είναι αλήθεια ότι ορισμένες φορές οι διαιτητές με την αλλοπρόσαλλη και προκλητική συμπεριφορά τους φροντίζουν να ρίχνουν νερό στο μύλο της απαξίωσης τους και στην ως εκ τούτου έλλειψη εμπιστοσύνης του κόσμου στον θεσμό.

Ειδικά στη χώρα μας οι διαιτητές έχουν δώσει (και εξακολουθούν να δίνουν και σήμερα…) τόσες και τέτοιες αφορμές, λειτουργώντας συστηματικά και στοχευμένα με απροκάληπτη μεροληψία υπερ συγκεκριμένων ομάδων και υπο την καθοδήγηση και την υψηλή εποπτεία των «εξουσιαστών» ή των νεοφερμένων «εξυγιαντών»… ώστε έχει εμπεδωθεί πια στην συνείδηση του ποδοσφαιρικού κόσμου οτι τα αποτελέσματα των αγώνων (ακόμα και στις πιο μικρές κατηγορίες) δεν διαμορφώνονται στους αγωνιστικούς χώρους αλλά έξω απο αυτούς.
Ωστόσο αγαπητοί φίλοι, οτι συμβαίνει πάνω στο χορτάρι στα 90’ του παιγνιδιού , ΑΥΤΟ πριν και πάνω απ’ όλα είναι το ποδόσφαιρο και στο ποδόσφαιρο εν τέλει το άθλημα νικάει το παρασκήνιο κι αυτό γιατί το ποδόσφαιρο παραείναι φανερό πράγμα για να κρυφτεί μια

ΣΤΗΜΕΝΗ (επηρρεασμένη) και πολύ περισσότερο μια αγορασμένη συνείδηση. Ακόμα και το σφάξιμο με το «μπαμπάκι» δεν είναι εύκολη υπόθεση. Υψηλή τέχνη είναι και όση διπλωματικότητα , οση τέλος πάντων επιτηδειότητα κι επιδεξιότητα και αν διαθέτουν κάμποσοι διαιτητές στο τέλος ο δημόσιος διασυρμός τους είναι αναπόφευκτος. Ο κόσμος βλέπει και καταλαβαίνει και ο διαιτητής που έχει πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο, ο εντολοδόχος ή το «πουλητάρι» θα εκτεθεί και θα εκτεθεί ανεπανόρθωτα έτσι που η ανυποληψία του ονόματός του θα αποτελεί αντικείμενο απαξιωτικών ή το ακόμη χειρότερο περιπαικτικών σχολίων και συζητήσεων στις ποδοσφαιροπαρέες και τις καφετέριες.

Προφανώς επειδή ο διαιτητής δεν είναι μόνος σ΄αυτό τον μάταιο κόσμο αλλά συνυπάρχει και συνεργάζεται με φίλους, συνεργάτες, συναδέλφους ανωτέρους, κατωτέρους ακόμη και συγγενείς και κυρίως «αγαπημένα» πρόσωπα, γι αυτό είναι αναπόκευκτο να δέχονται πολλές και μεγάλες πιέσεις και μερικές μάλιστα είναι αφόρητα έντονες. Όμως οι πιο ισχυρές πιέσεις δεν είναι ούτε αυτές που προέρχονται απο συναισθηματικές επιρροές, ούτε αυτές που έχουν να κάνουν με χρηματισμό. Μιλάμε για τις πιέσεις ΑΝΩΘΕΝ (ιεραρχικού χαρακτήρα) που εκμεταλλεύονται με τον πιο ύπουλο και αναίσχυντο τρόπο την –κατά τ’ άλλα θεμιτή επιδίωξη κι ανθρώπινη φιλοδοξία του διαιτητή να πάει ψηλά, να κάνει καριέρα. Και δυστυχώς συνήθως ψηλά δεν φτάνουν απλά οι καλύτερες σφυρίχτρες. Όχι κατ’ ανάγκη και αυτονόητα. Ασφαλώς πρέπει νάναι ένας ικανός (μεταξύ αρκετών) διαιτητής που όμως πρέπει να διαθέτει το ΚΑΤΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ… όπως λ.χ. καλές δημόσιες σχέσεις και «γνωριμίες», δεκτικότητα και ευήκοα ώτα, συνεργασιμότητα, ευελιξία και ικανότητα στις κυβιστήσεις κυρίως δε στις ανακυβιστήσεις αλλά προπάντων «ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ» δηλ., με λίγα λόγια, ψηλά φτάνουν οσοι έχουν την προθυμία και την ελαστική συνείδηση, να αποτελέσουν ενα κομμάτι και έστω μικρό των δομών της ποδοσφαιρικής εξουσίας.
Όσο για τον αδιάφθορο διαιτητή, εκείνον που θα πει «δεν ακούω τίποτα, δεν καταλαβαίνω τίποτα, ότι βλέπω σφυρίζω…» αυτός πραγματικά είναι ένας αξιοθαύμαστος τύπος ανθρώπου. Πολύ θα τον ήθελα δικαστή σε δική μου υπόθεση. Αλλά αυτός «δεν κάνει…» γιατί βάζει πριν και πάνω απ’ όλα την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ και την ΑΞΙΟΠΡΈΠΕΙΑ και ως εκ τούτου δεν είναι ο πρόθυμος «διαθέσιμος» να ακούσει και πολύ περισσότερο να «εκτελέσει» τις επιθυμίες κι ακόμα χειρότερα τις εντολές των ποδοσφαιρικών αρχόντων και των κατα πάντα άξιων αρχιερέων του αθλήματος. Το πιθανότερο είναι να γνωρίσει την δικαίωση στα μάτια του κόσμου και ίσως αυτό αποτελεί ή θα πρέπει να αποτελεί το σπουδαιότεροι διαιτητικό παράσημο. Ωστόσο δεν πρόκειται σχεδόν ποτέ να γίνει ΔΙΕΘΝΗΣ ή Αρχιδιαιτητής. Του λείπει εκείνο το κάτι παραπάνω που προαναφέραμε (μαζί με το κάτι…λιγότερο). Μια λιγότερο άκαμπτη ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.

Συμπερασματικά, είναι ξεκάθαρο οτι η είσοδος της τεχνολογίας στο ποδόσφαιρο θα βελτιώσει την εικόνα του αφου εκ των πραγμάτων θα ανεβάσει την αξιοπιστία του. Ως προς αυτή την αντικειμενική διαπίστωση δεν πιστεύω οτι μπορεί να υπάρξουν λογικές και τεκμηριωμένες αντιρρήσεις. Επίσης οι όποιες επιφυλάξεις που υπάρχουν κι αφορούν στις υποδομές και την τεχνογνωσία λογικά θα ξεπεραστούν στην ευθεία του χρόνου.
Όμως νομίζω οτι αξίζει να σταθούμε με ιδιαίτερη προσοχή σε δυο επισημάνσεις:

Η πρώτη έχει να κάνει με την υπερβολική χρήση της τεχνολογίας στο άθλημα, ως αποτέλεσμα του ενθουσιασμού που καλλιεργείται ότι δήθεν το VAR θα λύσει προβλήματα. Κάτι τέτοιο ίσως σκοτώσει το ποδόσφαιρο, αφου εξ ορισμού θα «κλέψει» πολύτιμο χρόμνο απο τον ρυθμό , την ένταση, την διάρκεια, την φυσιογνωμία του παιγνιδιού, φρενάροντας ή στερώντας έτσι, απο τους θεατές του πολλές και τις συγκινήσεις και τα συναισθήματα που τους προκαλεί που τους προσφέρει… Ο Γάλλος βετεράνος διαιτητής λέει χαρακτηριστικά ότι το πολύ βίντεο σκοτώνει το ποδόσφαιρο και παρομοιάζει το VAR με αερόσακο. Πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε έκτακτες ανάγκες γιατί αλλιώς χάνει το νόημά του.

Στην δεύτερη επισήμανση χρειάζεται να δώσουμε ακόμα μεγαλύτερη προσοχή , γιατί έχουν αρχίσει ήδη να καλλιεργούνται λαθεμένες εντυπώσεις και υψηλές προσδοκίες- μέσα ακόμα κι απο επίσημες κυβερνητικές ανακοινώσερς- οτι δηλ., με την χρήση του VAR το ελληνικό ποδόσφαιρο θα ανακτήσει την χαμένη αξιοπιστία του πρωταθλήματος. Δεν θα πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε μια μεγάλη αλήθεια που ισχύει ανεξάρτητα απο την χρήση ή όχι της τεχνολογίας και η οποία μας λέει και μάλιστα με απόλυτο τρόπο: ΠΑΝΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΝ ΠΑΙΡΝΕΙ Ο ΔΙΑΙΤΗΤΗΣ που είναι στον αγωνιστικό χώρο σύμφωνα με το πρωτόκολλο που έχει εκδώσει το ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ.

Έτσι λοιπόν το ΠΟΤΕ το ΠΩΣ και το ΑΝ θα χρησιμοποιηθεί επαφίεται στην κρίση την βούληση ή και ακόμα την προδιάθεση του διαιτητή. Αλλά αυτή η ελεύθερη βούληση και η δυνατότητα των διαιτητών να συμβουλευτούν ή όχι το βίντεο, το ενδεχόμενο να δουν λάθος και μέσα απο το VAR ή να υπάρξει διαφωνία μεταξύ του διαιτητή και του video referee, θα δίνουν την ευκαιρία και πάλι για γκρίνιες, διαμαρτυρίες, αμφισβητήσεις, κατά συνέπεια το μεγάλο ζητούμενο, ο μεγάλος στόχος θα πρέπει να είναι η δημιουργία εκείνων των συνθηκών που θα κάνουν όλους τους καλόπιστους και τους ανεπηρέαστους φίλους του ποδοσφαίρου, να θεωρούν το όποιο διαιτητικό λάθος- όσο εξώφθαλμο και αν είναι- ως ανθρώπινο κι όχι σκόπιμο που γίνεται για την εξυπηρέτηση σωματειακών κι όχι μόνο συμφερόντων.

Προφανώς κι είναι απολύτως θετική κι επαινετή η προσπάθεια της αθλητικής ηγεσίας για να εφαρμοσθεί την προσεχή περίοδο στο πρωτάθλημα της Σ.Λίγκα το video assistant referee. Ας μην πετάμε ωστόσο στα σύννεφα ή ακόμα χειρότερα ας μην «παραμυθιαζόμαστε» πιστεύοντας και λέγοντας οτι αυτό αρκεί για να ανακτήσει την χαμένη του αξιοπιστία το εν λόγω πρωτάθλημα.
Και αυτό σε καμία περίπτωση δεν φτάνει:
– Όσο η ΕΠΟ και οι ποδοσφαιρικές ενώσεις αντί να είναι οι θεσμικοί φορείς προώθησης των συμφερόντων του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου, αποτελούν το λάφυρο για την διαιτησία.
– Όσο τα επιχειρηματικά συμφέροντα που δρουν στο χώρο του επαγγελματικού ποδοσφαίρου διαγκωνίζονται για το ποιός θα έχει τον έλεγχο της ΕΠΟ εκλέγοντας διοίκηση της αρεσκείας του.
– Όσο στον ανταγωνισμό αυτό και για τον σκοπό αυτό διακινούνται τεράστια ποσά, με οτι αυτό σημαίνει και γι’ αυτό συμβαίνει…

Πριν λίγο καιρό άλλωστε έκανε αίσθηση κάτι που γράφτηκε και δεν διαψεύσθηκε οτι δηλαδή οι πρόσφατες εκλογές στην ΕΠΟ κόστισαν στους νικητές- εξυγιαντές 6 εκ. Ευρώ! Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός φέρεται να έγινε απο πολύ γνωστό , πολύ έμπειρο και καθόλου τυχαίο παράγοντα του ποδοσφαίρου. Το γεγονός- αν όντως ισχύει- είναι πραγματικά για γέλια αλλά και για κλάματα, ιδίως αν σκεφτεί κανείς πόσα στ’ αλήθεια δημιουργικά πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν, είτε για το παιδικό (υποδομές), είτε για το γυναικείο ποδόσφαιρο, είτε για την ενίσχυση των ενώσεων και των ερασιτεχνικών σωματείων με συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την αξιοποίηση των επιχορηγούμενων ποσών μέσα απο την σύναψη προγραμματικών συμβάσεων και την θέσπιση κινήτρων.
– Όσο κατά τις προεκλογικές περιόδους των αρχαιρεσιών της ΕΠΟ ή των Ενώσεων εμφανίζονται «μπράβοι» κι άνθρωποι της νύχτας να χρήζονται-μεταξύ των άλλων- ως αντιπρόσωποι- ψηφοφόροι ομάδων με τις οποίες οχι πλά δεν έχουν καμμιά σχέση, όχι μόνο δεν ξέρουν κατά που «πέφτει το γήπεδο» αλλά ούτε και η πόλη ή το χωριό που προέρχονται (αντιπροσωπεύει) η ομάδα που κατά τα άλλα εκπροσωπούν. Το ακόμα δε πιο τραγελαφικό είναι οτι την ίδια στιγμή που εμφανίζονται τέτοιου είδους απαράδεκτα φαινόμενα ακούγονται πομπώδεις εξαγγελίες και κούφια λόγια για δήθεν επανεκκίνηση, για εξυγίανση και κάθαρση. Αληθινός καυσίγελος δηλαδή.

– Όσο επίσης δημοσιογράφοι και μάλιστα επαγγελματίες (προφανώς οχι όλοι) καθίστανται αναξιόπιστοι και αναξιοπρεπείς αφού αρκετές φορές προσπαθούν να κάνουν το μαύρο άσπρο ή χρησιμοποιούν λεκτικές υπερβολές ακόμα και λεκτική βία ή φτιάχνουν «κατασκευασμένες ειδήσεις» , μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσουν την γραμμή κάποιας ομάδας δηλ., του επιχειρηματία που είναι ο ιδιοκτήτης της.
– Όσο τελικά και με λίγα λόγια οι ποδοσφαιρικοί παράγοντες στη χώρα μας κόπτονται, διακηρύσσουν, φωνάζουν για ανεξάρτητη και αδέσμευτη διαιτησία αλλά στην πραγματικότητα έρχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους ως κυρίαρχο και απώτερο στόχο μια διαιτησία στα δικά τους χέρια και όχι των αντιπάλων ομάδων.
– Όσο λοιπόν συμβαίνουν ολα αυτά, τότε κανένα μέτρο, καμμία τεχνολογία δεν θα αρκεί για να φρενάρει την απαξίωση και για να ανακτήσει τη χαμένη αξιοπιστία του το ποδόσφαιρό μας.

Προφανώς δεν ισχυρίζομαι ότι θα πάψουν οι διαιτητές να κάνουν λάθη και να επηρεάζονται απο τυχόν πιέσεις των παραγόντων. Υπάρχουν ωστόσο δύο μέτρα που μπορούν να αποσυμπιέσουν κάπως και να αποκόψουν την απόλυτη εξάρτηση των διαιτητών απο την ΕΠΟ και τις ΕΝΩΣΕΙΣ.

Το πρώτο- μ’ αυτή την έλλειψη εμπιστοσύνης που υπάρχει- σήμερα- να πάψουν οι ΟΡΙΣΜΟΙ των διαιτητών και να γίνονται ΚΛΗΡΩΣΕΙΣ. Να μην μπορεί δηλαδή να προηγηθεί τηλεφώνημα και πίεση και κατ΄ ακολουθία στοχευμένος και επιλεκτικός ορισμός είτε για να ευνοήσουν (γιατί είναι «δικοί μας»…) είτε για να «κυνηγήσουν» αυτούς που δεν είναι μαζί μας και δεν «συμμορφώνονται με τις υποδείξεις»… Με άλλα λόγια να μην υπάρχουν επιτροπές που θα ορίζουν, αλλά που θα κληρωθούν και βέβαια με διαδικασία ΑΝΟΙΚΤΗ και ΔΗΜΟΣΙΑ, εξασφαλίζοντας έτσι την διαφάνεια και την αξιοπιστία της.

Το δεύτερο μέτρο είναι να αποκοπεί η διαιτησία απο την ΕΠΟ και να γίνει επαγγελματική υπο την αιγίδα του συνεταιρισμού της Σούπερ Λίγκα. Η ΕΠΟ με τις Ενώσεις; Να κάνει την δουλειά της (ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, αναπτυξιακά προγράμματα , υποδομές, εθνικές ομάδες και το κύπελλο Ελλάδος) και οι συνεταιρισμένοι ας φροντίσουν μόνοι τους να βελτιώσουν και να κάνουν ελκυστικό και αξιόπιστο το προϊόν τους. Με την ίδια λογική και στις κατά τόπους Ενώσεις οι αντίστοιχοι Σύνδεσμοι διαιτητών να είναι αποκλειστικά αρμόδιοι και υπεύθυνοι για την ανίχνευση, αξιοποίηση, αξιολόγηση και ανέλιξη των διαιτητών στις μεγάλες κατηγορίες.

Είναι σαφές ότι όπως η τεχνολογία δεν μπορεί να αποτελέσει πανάκεια, έτσι λοιπόν με ενα-δυο προτάσεις δεν αντιμετωπίζονται τόσο δύσκολα και περίπλοκα προβλήματα. Εκείνο ωστόσο που προκαλεί εντύπωση είναι οτι οι εμπλεκόμενοι-υπεύθυνοι σκέπτονται και συσκέπτονται για την διαιτησία αλλά το προφανές αγνοείται- γιατί άραγε….- αν και αποτελεί την ρίζα του κακού. Δηλαδή οσο η εκάστοτε διοίκηση της ΕΠΟ ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα και βρίσκεται σε πλήρη εξάρτηση με κάποια απο τις «μεγάλες» ομάδες αφού οφείλει την εκλογή της στο αβαντάρισμα και στην βοήθεια (κάθε είδους…) αυτής της ομάδας και οσο ταυτόχρονα η διαιτησία λειτουργεί ως παρακολούθημα της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας είναι τουλάχιστον αφελές να πιστέψει κανείς οτι λόγω της παρουσίας του VAR θα πάψουν να δημιουργούνται, σκιές, αμφισβητήσεις, γκρίνιες, φωνές, καταγγελίες και να υπάρχει παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης. Πολύ περισσότερο θα διατηρείται αυτό το κλίμα της αναξιοπιστίας οσο θα τροφοδοτείται με περιέργους και επιλεκτικούς ορισμούς που «φωνάζουν» απο πριν… με μονομερείς τιμωρίες ή ατιμωρησίες που στέλνουν το μήνυμα σ’ ολόκληρη την οικογένεια των διαιτητών προς τα «πού πάει το πράγμα και τι πρέπει να προσέχουν».

Αυτή την εποχή μάλιστα η κατάσταση για τους διαιτητές έχει γίνει ακόμη πιο δύσκολη ακόμα πιο περίεργη αφου πρέπει να προσέχουν για να μην «κακοκαρδίσουν» όχι ενα αλλά δύο «αφεντάδες», ενω όταν έχουμε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των δυο «χαλίφηδων» η κατάσταση καταντά άκρως «σουρεαλιστική» και τότε άντε να βρουν άκρη οι καημένοι οι – κατά τα άλλα- άρχοντες των αγώνων…

Εν κατακλείδι ξαναλέμε ότι είναι βέβαιον όπως η είοσοδος της τεχνολογίας στο ποδόσφαιρο θα βοηθήσει στην βελτίωση της εικόνας, αφού θα μειώσει τα λάθη (κυρίως τα κραυγαλέα…). Όμως το επισημαίνουμε και πάλι αυτό δε αρκεί γιατί και τα μηχανήματα άνθρωποι τα χειρίζονται , άλλωστε ξαναθυμίζουμε οτι ο διαιτητής είναι αυτός που παίρνει την τελική απόφαση και σε καμμία περίπτωση δεν ακυρώνεται ο καθοριστικός του ρόλος στην διεξαγωγή του παιγνιδιού χωρίς σκιές και παρατράγουδα…

Κατά συνέπεια αν ο διαιτητής «μπαίνει» στο γήπεδο με κακή πρόθεση, επηρρεασμένος (καθ’ οιονδήποτε τρόπο…) κυρίως δε με την «δαμόκλειο σπάθη» να επικρεμάται πάνω απο την διαιτητική του καριέρα αν δεν υπάρξει το ευνοϊκό σφύριγμα υπερ της ομάδας που ελέγχει την ΕΠΟ τότε θα εξακολουθήσουν οι γκρίνιες, οι διαμαρτυρίες, οι αμφισβητήσεις και για τα ηλεκτρονικά φαλτσοσφυρίγματα.

Τελικά- και πάντα βέβαια κατά την προσωπική μου εκτίμηση- το μεγάλο ζητούμενο για να κερδίσει ενα σημαντικό κομμάτι απο την χαμένη του αξιοπιστία το ποδόσφαιρό μας, είναι να αλλάξει δραματικά (γιατί θα χάσουν πολλά πολλά επιτήδειοι…) κι επι της ουσίας ο τρόπος εκλογής της διοίκησης της ΕΠΟ. Να θεσπισθεί ενα σύστημα εκλογικής διαδικασίας με διαφάνεια, αξιοκρατία (να κρίνονται προγράμματα και ποδοσφαιρικές ιδέες και όχι υποσχέσεις, ταξίματα και συναλλαγές…) κυρίως όμως και προπάντων με ΜΑΖΙΚΟΤΗΤΑ και συμμετοχή όλων των εμπολεκομένων με το άθλημα. Να έχουν δικαίωμα συμμετοχής ΟΛΑ τα ποδοσφαιρικά σωματεία (που έχουν αναγνώριση ΕΠΟ) ΟΛΟΙ οι προπονητές (που έχουν επίσημη ταυτότητα ΕΠΟ) καθώς και ΟΛΟΙ (οι εγγεγραμμένοι στα μητρώα της ΕΠΟ) διαιτητές, έτσι ώστε η διαδικασία να μην είναι εύκολα ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΙΜΗ και άρα εκ των προτέρων στημένη και αναξιόπιστη.

Η πολιτεία- τηρώντας εξάλλου δεσμεύσεις και εξαγγελίες για το θέμα- με δική της πρωτοβουλία κι ευθύνη και την συνδρομή και την συνεργασία της UEFA και της FIFA μπορεί και πρέπει να προχωρήσει σε μια τέτοια θεσμική αλλαγή. Εκτός πια αν επειδή η τωρινή διοίκηση είναι “αρεστή” κι επειδή άνθρωποι απο την ΓΓΑ βρέθηκαν σε προνομιακές θέσεις στην ΕΠΟ θεωρούν οτι ολα βαίνουν καλώς. Ελπίζω κι εύχομαι στην λήξη της φετινής ποδοσφαιρτικής περιόδου, να μην ακούσουμε και μάλιστα απο επίσημα χείλη για καθαρό κι αξιόπιστο πρωτάθλημα και για την εξυγίανση που ήδη ξεκίνησε!!! Ας έχουν υπόψη τους ότι η ποδοσφαιρική αναξιοπιστία και παραπέρα η ποδοσφαιρική παράνοια επιτείνεται απο την στιγμή που συνομολογείται η κυνική αντίληψη οτι ολα βαίνουν καλώς ή τουλάχιστον οδεύουν προς αυτή την κατεύθυνση, φυλακίζοντας την πραγματικότητα με ωραία μεγάλα μα ψεύτικα λόγια και σε αφηγήματα που δεν έχουν καμία σχέση με την αλήθεια.

Καλή λοιπόν η εισαγωγή της τεχνολογίας στο ποδόσφαιρο μας ή μάλλον ακριβέστερα στο πρωτάθλημα της Σ.Λίγκα, όμως αυτό που έχει ανάγκη πάνω απ’ όλα είναι βαθιές θεσμικές τομές που θα θωρακίσουν την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία έτσι ώστε να μην είναι ευάλωτη και εξαρτημένη απο σωματειακά, επιχειρηματικά ακόμα και πολιτικά συμφέροντα και επιδιώξεις που εξυπηρετούνται απο το ποδόσφαιρο αλλά που καμιά σχέση δεν θα μπορεί και δεν θα πρέπει να έχουν με το άθλημα.

 

- Advertisement -
loading...